επιζευκτικός

ἐπιζευκτικός, -ή, -όν (Α)
[επιζευγνύω]
(για σύνδεσμο) συνδετικός, αυτός που ακολουθεί άλλο σύνδεσμο («ὅπποτ’ ἄν ἡβήσῃ»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιζευκτικός — connective masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιζευκτικά — ἐπιζευκτικός connective neut nom/voc/acc pl ἐπιζευκτικά̱ , ἐπιζευκτικός connective fem nom/voc/acc dual ἐπιζευκτικά̱ , ἐπιζευκτικός connective fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιζευκτικῶν — ἐπιζευκτικός connective fem gen pl ἐπιζευκτικός connective masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιζευκτικόν — ἐπιζευκτικός connective masc acc sg ἐπιζευκτικός connective neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιζευκτικοῖς — ἐπιζευκτικός connective masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιζευκτικοί — ἐπιζευκτικός connective masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιζευκτικοῦ — ἐπιζευκτικός connective masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιζευκτικούς — ἐπιζευκτικός connective masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιζευκτική — ἐπιζευκτικός connective fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιζευκτικῷ — ἐπιζευκτικός connective masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.